Του Σωτήρη Κατσέλου
Μέλος CAPA
Η συζήτηση σχετικά με την αυξανόμενη σημασία του ρόλου της επικοινωνίας για τη λειτουργία ενός οργανισμού τα τελευταία χρόνια είναι πιο έντονη, καθώς βρισκόμαστε στην εποχή των κρίσεων, του κατακερματισμού της επικοινωνίας, της μετά-αλήθειας και της γενικής δυσπιστίας που χαρακτηρίζει τα περισσότερα κοινά. Οι οργανωμένες εταιρικές επικοινωνίες, που διαφυλάττουν τη φήμη και τις αξίες ενός οργανισμού ή μιας επιχείρησης, μπορούν να αποτελέσουν πραγματικά την κρίσιμη μεταβλητή επιβίωσης (ενδεικτικά, η θετική φήμη μπορεί να φέρει +5% επιπλέον αξία: https://www.bursonglobal.com/p/reputation-economy).
Έρευνες και η σχετική αρθρογραφία (π.χ. Korn Ferry Survey, Axios κ.ά.) δείχνουν ότι ο ρόλος των CCO (Chief Communication Officers) έχει αρχίσει να λαμβάνει μεγαλύτερη σημασία από ό,τι παλαιότερα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι δεν παρατηρούνται ακόμη «ισχυρές αντιστάσεις», τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, στην «είσοδο» των υπευθύνων επικοινωνίας στη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Θα πρόσθετα ότι στην Ελλάδα, πολλές φορές, λόγω της οικογενειακής φύσης των επιχειρήσεων ή των μικρών διοικητικών σχημάτων, η «αντίσταση» μπορεί να είναι ακόμη ισχυρότερη.
Παρά το γεγονός ότι, εξ ορισμού, ο επαγγελματίας της επικοινωνίας θα πρέπει να λειτουργεί συμβουλευτικά, δεν είναι σπάνιο να λειτουργεί ως «παραγγελιολήπτης» διαχείρισης της επικοινωνίας προαποφασισμένων ενεργειών. Αν και ορισμένες φορές αυτό μπορεί να είναι δικαιολογημένο βάσει συγκυριών, συχνά προκύπτει από τη μη κατανόηση του γεγονότος ότι η επικοινωνία διαχέει κάθε λειτουργία ενός οργανισμού: είναι το αποτύπωμα κάθε δράσης, ενέργειας ή πρωτοβουλίας που πραγματοποιεί, τόσο προς τα έξω όσο και εσωτερικά. Όταν ο άνθρωπος της επικοινωνίας βρίσκεται στη φάση του σχεδιασμού και της λήψης αποφάσεων, μπορεί να προλάβει αστοχίες, να προσφέρει λύσεις και να δώσει χρήσιμες πληροφορίες που θα βελτιστοποιήσουν εγκαίρως το τελικό αποτέλεσμα.
Αν και προφανώς ανάλογα με τον κλάδο στον οποίο δραστηριοποιείται ένας οργανισμός υπάρχουν διαφοροποιήσεις, είναι αναγκαίο να καταστεί σαφές ότι η Επικοινωνία έχει εξελιχθεί από υποστηρικτική λειτουργία σε στρατηγική λειτουργία, που διαμορφώνει στο σύνολό της τη φήμη ενός οργανισμού.
Ωστόσο, η μεγέθυνση της σημασίας του ρόλου της επικοινωνίας στη λειτουργία οργανισμών και επιχειρήσεων, αν και θετική εξέλιξη, σημαίνει ταυτόχρονα ότι οι επαγγελματίες της επικοινωνίας θα πρέπει και αυτοί, από τη δική τους πλευρά, να εμβαθύνουν στην προσωπική τους ανάπτυξη και να είναι έτοιμοι να ανταπεξέλθουν σε νέες προσδοκίες.
Γνώσεις management και branding, δεξιότητες ηγεσίας και ανάπτυξη στρατηγικής σκέψης, καθώς και βαθιά αντίληψη του κοινωνικοοικονομικού περιβάλλοντος, αποτελούν πλέον βασικά χαρακτηριστικά του επιτυχημένου communicator. Το επάγγελμα γίνεται όλο και πιο απαιτητικό και, εν μέρει, «τεχνικό». Ταυτόχρονα, εξελίξεις όπως το GenAI προσφέρουν σημαντική βοήθεια όταν αξιοποιούνται σωστά, αλλά δημιουργούν και νέες απειλές (deepfakes, αποπροσωποποιημένη επικοινωνία κ.ά.).
Ουσιαστικά λοιπόν έχουμε δύο παράλληλες εξελίξεις. Από τη μία, το top management επιχειρήσεων και οργανισμών θα πρέπει να επενδύσει στη στρατηγική επικοινωνία και να την ενσωματώσει στη διαδικασία λήψης αποφάσεων και λειτουργίας. Από την άλλη, οι επαγγελματίες της επικοινωνίας θα πρέπει να επενδύσουν συστηματικά στην ανάπτυξη των δεξιοτήτων τους, προκειμένου να ανταπεξέλθουν στη νέα διαμορφούμενη κατάσταση.
Η παραπάνω εξέλιξη είναι αναπόδραστη, αλλά και θετική. Οργανισμοί που επενδύουν στην ουσιαστική στρατηγική επικοινωνία και στην ενίσχυση της φήμης τους, τόσο σε εσωτερικό όσο και σε εξωτερικό επίπεδο, είναι οργανισμοί που ενισχύουν την ανθεκτικότητά τους και τα αντανακλαστικά τους στις σύγχρονες απαιτήσεις. Ταυτόχρονα, η εμβάθυνση του ρόλου του επαγγέλματος προσφέρει ευκαιρίες προσωπικής και επαγγελματικής ανάπτυξης και δίνει μια νέα, ακόμη πιο ουσιαστική διάσταση σε σχέση με το παρελθόν. Η μόνη ουσιαστική πρόκληση είναι η γρήγορη προσαρμογή των εταιρικών διοικήσεων και των επαγγελματιών της επικοινωνίας.